θειωδέστερον


θειωδέστερον
θειώδης
sulphureous
adverbial comp
θειώδης
sulphureous
masc acc comp sg
θειώδης
sulphureous
neut nom/voc/acc comp sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.